top of page

Υπάρχει κάποιος που δεν έχει δώσει ή λάβει φροντίδα;

Σημειώσεις

 

1. Η εκδήλωση έλαβε χώρο στην Κατάληψη πρώην ΠΙΚΠΑ στις 4 Νοεμβρίου 2017 https://kxy.espivblogs.net/?p=4021

 

2. Στις ΗΠΑ, μια νεότερη γενιά πολιτικών ακτιβιστών έχει συζητήσει τη δημιουργία « κοινοτήτων φροντίδας» στοχεύοντας στην κοινωνικοποίηση της εμπειρίας της ασθένειας, του πόνου, του πένθους και την φροντίδα που εμπεριέχεται σε αυτή τη διαδικασία, διεκδικώντας και επαναπροσδιορίζοντας τι σημαίνει να είσαι άρρωστος, να γερνάς και να πεθαίνεις. Η οργάνωση των «κοινοτήτων φροντίδας» είναι ένα project κάποιων αναρχικών ακτιβιστών, και στις δυο ακτές των ΗΠΑ, που εμπνεύστηκαν από την δουλειά αλληλεγγύης που έκανε η Act Up, ως απάντηση στην εξάπλωση του AIDS στην gay κοινότητα τη δεκαετία του 80, η οποία, ενάντια σε κάθε πρόβλεψη, υπήρξε ένα σημαντικό σημείο στροφής στην ανάπτυξη αυτού του κινήματος. Πληροφορίες για τις «κοινότητες φροντίδας» μπορούν να βρεθούν σε μια ποικιλία περιοδικών που παρήχθησαν για αυτό το θέμα. Σχετικά με το θέμα βλέπε και "The Importance of Support:  Building Foundations, Sustaining Community." In Rolling Thunder. An Anarchist Journal of Dangerous Living , Issue Six, Fall 2008, 29-39.

61ff03216779330f43834f911ac6159a.jpg

Διαβάστε

 

Gawande Atul, Εμείς οι θνητοί, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2016.

"The Importance of Support: Building Foundations, sustaining Community", Rolling Thunder. An Anarchist Journal of Dangerous Living, Issue 6, 2008.

Silvia Federici, Care work and the commons, The Commoner, N. 15, Winter 2012.

Τα θέματα που φτάνουν να πάρουν τη μορφή ύλης ενός περιοδικού -και μάλιστα με πολιτικο-κοινωνική κατεύθυνση- τα διαλέγουμε μέσω της εμπειρίας μας στις γειτονιές και στους χώρους όπου κινούμαστε και πολιτικοποιούμαστε. Υπάρχει μια πληθώρα ζητημάτων που απασχολούν την καθεμία από εμάς. Απ΄όλα αυτά, πιο εύκολα αντιληπτά γίνονται όσα συμβαίνουν στο δημόσιο χώρο και που γύρω τους συνήθως αναπτύσσεται ένας δημόσιος λόγος. Προσπαθούμε όμως να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και γι' αυτά που συμβαίνουν αλλά παραμένουν αθέατα, τα κοινά ζητήματα που δημιουργούν τις καθημερινές μας σχέσεις και που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις ζωές μας. Κι αυτό το κάνουμε και για πολιτικούς λόγους, κατανοώντας ότι αυτός ο καταμερισμός δημόσιου-ιδιωτικού έρχεται πολλές φορές ακριβώς να αποκρύψει και να κανονικοποιήσει συμπεριφορές που δημιουργούν σχέσεις ανισότητας. Η απουσία λόγου πάνω σε αυτά τα ζητήματα «νορμαλοποιεί» αυτές τις σχέσεις και τις συμπεριφορές ως φυσικές, αναπαράγοντας κατά κύριο λόγο έμφυλους διαχωρισμούς. Πέραν τούτου ο διαχωρισμός δημόσιου-ιδιωτικού στην εποχή της εξατομίκευσης αφήνει αθέατα διάφορα ζητήματα που αποτελούσαν παλιότερα κομμάτι μιας ευρύτερης κοινότητας κι εντάσσοταν σε αυτήν μέσα από το υφιστάμενο πλέγμα σχέσεων. Και τα ζητήματα αυτά γίνονται προσωπικά, τα βιώνει καθεμία στο σπίτι και συνήθως τα βιώνει μόνη ή στο στενό οικογενειακό περιβάλλον.

Η λεγόμενη οικιακή εργασία, οι δουλειές δηλαδή που αφορούν στη φυσική μας αναπαραγωγή, αποτελούν ένα μεγάλο κομμάτι αυτού του αθέατου κόσμου που δεν έχει θέση στο δημόσιο λόγο. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα διαπλέκεται με ένα σύνολο «πρακτικών» και εννοιών όπως η ψυχολογική και συναισθηματική στήριξη, το νοιάξιμο, η βοήθεια και η προσφορά προς τον άλλο. Μια τέτοια έννοια και πρακτική είναι και η φροντίδα. Και είναι μεγάλη η χαρά μας που το ζήτημα αυτό αποτέλεσε και την θεματική της εκδήλωσης που διοργανώθηκε από τον Κοινωνικό Χώρο για την Υγεία, ανοίγοντας έναν διάλογο για ένα αθέατο κόσμο στις γειτονιές μας. Κάποιοι/ες από εμάς παραβρεθήκαμε και στην εκδήλωση η οποία είχε συμμετοχική δομή δίνοντας τη δυνατότητα σε κόσμο που παραβρέθηκε να μοιραστεί τις εμπειρίες του. Με αφορμή αυτή την εκδήλωση και τα όσα κατατέθηκαν εκεί, θα μοιραστούμε κάποιες σκέψεις συμβάλλοντας στο άνοιγμα του ζητήματος στο δημόσιο λόγο της γειτονιάς.

«Υπάρχει κάποιος που δεν έχει δώσει ή λάβει φροντίδα;»

Με αυτή την πολύ απλή διατύπωση που ξεκινάει και ο διάλογος στην εκδήλωση διαφαίνεται η έκταση του ζητήματος της φροντίδας. Και αν όλοι/ες έχουμε λάβει ή δώσει πολλές στιγμές της ζωής μας φροντίδα, είναι διαφορετικός ο ρόλος που θα επωμιστείς όταν μια ασθένεια, συνήθως κάποιο χρόνιο νόσημα, στερεί την αυτονομία ενός ανθρώπου και τον καθιστά εξαρτημένο από την φροντίδα των άλλων. Πρόκειται για μια σχέση που έχει αποτυπωθεί κοινωνικά στην ιστορία μέσα σε διαφορετικό πλαίσιο, ανάλογα με τη διαφορετική σημασία που δίνεται στην κοινωνική μας αναπαραγωγή, στα γηρατειά, την ασθένεια και τη φθορά. Από τα πτωχοκομεία του 19ου αιώνα σε Αμερική και Ευρώπη μέχρι τις δομές υποβοηθούμενης διαβίωσης. Και απ΄ τους οικισμούς συνταξιούχων μέχρι την διευρυμένη οικογένεια ή την ατομική συνταξιοδότηση, οι διαδρομές της φροντίδας είναι πολλές. Και αυτό αποτυπώνεται και στις διαφορετικές μορφές φροντίδας που συνυπάρχουν στις μέρες μας, από κρατικά προγράμματα, ιδρύματα και γηροκομεία μέχρι την οικογενειακή φροντίδα ή την «γυναίκα στο σπίτι». Όλες αυτές οι μορφές αντανακλούν και διαφορετικές σχέσεις τόσο μεταξύ φροντιστή και φροντιζόμενου, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, σε επίπεδο εργασιακών δικαιωμάτων, στο πεδίο των έμφυλων διαχωρισμών κ.τ.λ..

Μια οικογενειακή ή μια γυναικεία υπόθεση;

Λίγες δουλειές είναι τόσο απαιτητικές όσο η φροντίδα των ενηλίκων και δεν αποτελεί έκπληξη που μεγάλο ποσοστό των ατόμων που παρέχουν φροντίδα σε άλλο μέλος της οικογενείας παρουσιάζουν συμπτώματα κλινικής κατάθλιψης. Όλο αυτό φυσικά επιβαρύνεται πολλές φορές και από τις επιμέρους υφιστάμενες σχέσεις εντός της οικογένειας, περιπλέκοντάς τις ακόμα περισσότερο. Όπως περιγράφουν και συμμετέχοντες στην εκδήλωση, παραδοσιακοί ρόλοι εντός της οικογενείας μπορεί να αντιστρέφονται (όπως αυτός των γονιών με τα παιδιά), διατηρώντας όμως παράλληλα και στοιχεία τους από το παρελθόν. Αυτό αφήνει πολλές φορές τη δυνατότητα ανάπτυξης εξουσιαστικών και κακοποιητικών συμπεριφορών εκατέρωθεν, είτε από τη πλευρά του φροντιστή είτε του φροντιζόμενου.

Όταν η οικογένεια αναλαμβάνει την φροντίδα του ατόμου που χρειάζεται βοήθεια το καθήκον αυτό βαραίνει συνήθως τους ώμους των γυναικών, οι οποίες για μήνες ή  χρόνια ζουν στα όρια νευρικής ή φυσικής εξάντλησης. Όπως σημειώνει και η Folbre, το ζήτημα της φροντίδας ηλικιωμένων είναι ουσιαστικά ένα έμφυλο ζήτημα (Folbre 2006). Παρότι η εμπορευματοποίησή της αυξάνεται, η περισσότερη δουλειά της φροντίδας γίνεται ακόμα από γυναίκες, με τη μορφή της απλήρωτης εργασίας, δηλαδή χωρίς αμοιβή και πιθανότητα σύνταξης. «Έτσι, παραδόξως, όσο πιο πολύ οι γυναίκες φροντίζουν για τους άλλους τόσο λιγότερη φροντίδα λαμβάνουν σε ανταπόδοση, επειδή αφιερώνουν λιγότερο χρόνο στην έμμισθη εργασία απ' ότι οι άντρες και πολλά από τα προγράμματα συνταξιοδότησης υπολογίζονται βάσει των κατοχυρωμένων χρόνων έμμισθης εργασίας (Federricci 2012).» Η φυσικοποίηση του έμφυλου ρόλου -συνήθως της κόρης- για την φροντίδα των γονιών όταν γεράσουν, δημιουργεί μια κατάσταση που διαπλέκεται και με άλλους ρόλους και δεσμεύσεις που αφορούν είτε την οικιακή εργασία είτε τη μισθωτή εργασία. Η φροντίδα ενός ηλικιωμένου όταν κάποιος δουλεύει ταυτόχρονα είναι πολλαπλά επιβαρυντικό για το άτομο. Παρόλ' αυτά πολύ συχνά οι γυναίκες καλούνται να επιτελέσουν αυτόν τον ρόλο στην οικογένεια τους ακόμα και αν εργάζονται. Οι συνηθισμένες δικαιολογίες που φυσικοποιούν αυτόν τον ρόλο αναφέρονται στη γυναίκα ως κάποια που μπορεί να αντέξει ψυχολογικά και συναισθηματικά ένα τέτοιο φορτίο. Η διαχείριση της φροντίδας των ηλικιωμένων ή των αρρώστων και των δουλειών του σπιτιού ταυτόχρονα με την εργασία, εξαντλεί φυσικά αλλά και ψυχολογικά τις γυναίκες που έχουν αναλάβει όλους αυτούς τους ρόλους μαζί.

Μια εργασιακή συνθήκη

Στις οικογένειες που υπάρχει η οικονομική δυνατότητα προσλαμβάνεται ένα άτομο, σχεδόν πάντα γυναίκα για να βοηθήσει ή να αναλάβει πλήρως την φροντίδα του ασθενή ή του ηλικιωμένου. Αυτό παρότι μπορεί να απεγκλωβίζει μερικώς τη γυναίκα της οικογενείας που μέσα σε αυτή τη συνθήκη αποκτά τη δυνατότητα να εργαστεί και εκτός σπιτιού, δεν αλλάζει ωστόσο τον έμφυλο καταμερισμό της εργασίας της φροντίδας, καθότι το άτομο που θα εργαστεί ως φροντιστής συνήθως είναι γυναίκα, αυτό που ευφυώς έχει ονομαστεί  «γυναίκα στο σπίτι». Η «γυναίκα στο σπίτι» είναι συνήθως μετανάστρια, ανειδίκευτη σε νοσηλεία και αυτό που έχει να προσφέρει είναι η διαθεσιμότητα του χρόνου της και της σωματικής της εργασίας. Αλλά περισσότερο από αυτά προσφέρει τη ψυχολογική και τη συναισθηματική της διαθεσιμότητα να αντιμετωπίσει μια διαδικασία που μπορεί να καταστεί εξαιρετικά ψυχοφθόρα. Για να το κάνουν αυτό  θα πρέπει να αφήσουν πίσω τις δικές τους οικογένειες, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών και των γηρασκόντων γονέων, και να επιστρατεύσουν συγγενείς ή να προσλάβουν άλλες γυναίκες χαμηλότερης κοινωνικής θέσης, για να αντικαταστήσουν την εργασία που δεν μπορούν πια να παρέχουν οι ίδιες. (Pyle 2006; Hochschild 2002). Ταυτόχρονα η ομηρία τους γύρω από το ζήτημα των χαρτιών παραμονής τις καθιστά ευάλωτες όσον αφορά στην εργασιακή τους συνθήκη. Ανασφάλιστη εργασία, πολλές ώρες δουλειάς, ψυχολογική πίεση, διακοπές χωρίς αποδοχές, είναι συνήθη μοτίβα εργασίας για τις μετανάστριες «γυναίκες στο σπίτι» που βγαίνουν σπάνια από το σπίτι με το φόβο ότι μπορεί να συλληφθούν και να απελαθούν.

Η Federici επισημαίνει ότι «Ο νέος διεθνής διαχωρισμός της αναπαραγωγικής εργασίας που προώθησε η παγκοσμιοποίηση έχει μετατοπίσει ένα μεγάλο μέρος της εργασίας φροντίδας στους ώμους των μεταναστριών. (Federici 1999, Pyle 2006)». Μια εξέλιξη που λύνει εν μέρει και τα χέρια των διαφόρων κυβερνήσεων που μετακυλούν το κόστος της φροντίδας από το κράτος προς την οικογένεια, καθώς οι χαμηλά αμειβόμενες μετανάστριες αποσυμπιέζουν την εκρηκτική συνθήκη ενός ολοένα αυξανόμενα γηράσκοντα πληθυσμού, την φροντίδα του οποίου αναλαμβάνουν. Η συρρίκνωση της όποιας προνοιακής πολιτικής για την φροντίδα των ηλικιωμένων και των χρόνια πασχόντων μεταφράζεται στη νεοφιλελεύθερη πολιτική σε εξατομίκευσή της, μέσω της παροχής βοηθημάτων αντί της δημιουργίας δομών. Στην Ελλάδα το πρόγραμμα «Βοήθεια στο σπίτι» παρότι έχει αναγνωριστεί πολλαπλώς η συνεισφορά του, απασχολεί συμβασιούχους και είναι μονίμως υπό διαρκή αίρεση, με μόνιμη αναζήτηση χρηματοδότησης. Τα βοηθήματα αυτά που παραμένουν επισφαλή, χρησιμοποιούνται για την απασχόληση φροντιστών στο σπίτι, κάνοντας την φροντίδα μια ατομική υπόθεση και συμπιέζοντας το κόστος προς τα κάτω. Τις περισσότερες φορές αυτά τα βοηθήματα απουσιάζουν καθώς πρέπει να αποδειχθεί ότι ο άνθρωπος που χρειάζεται φροντίδα δεν είναι λειτουργικός, ενώ στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό θα πρέπει να γίνει μέσω κάποιας επιτροπής αναπηρίας αφήνοντας απ' έξω εκατοντάδες ανθρώπους που χρειάζονται πρόσκαιρη φροντίδα. Οπότε η επιλογή για βοήθεια από κάποιον φροντιστή αποτελεί ένα σοβαρό οικονομικό κόστος για την οικογένεια. Όπως αναφέρει και μια εργαζόμενη γυναίκα στην εκδήλωση «Δούλευα, οπότε αναγκαστικά το πρωί έπρεπε να έχω ένα άλλον άνθρωπο…. μέχρι να σχολάσω να πάω σπίτι να δω γρήγορα τι γίνεται…δεν μου έμενε χρόνος να κάνω τίποτα άλλο». Τελικά αυτή η πολιτική πλήττει τόσο την οικογένεια που επιλέγει να αναλάβει αυτό το οικονομικό κόστος χωρίς βοήθεια όσο και τις μετανάστριες που όντας επισφαλείς είναι εκτεθειμένες σε χειρότερες εργασιακές συνθήκες.

Φροντίδα και ιατρικοποίηση

Η θέση και η σημασία της κοινωνικής αναπαραγωγής στην σημερινή κοινωνία αποτυπώνεται με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στην φροντίδα. Η αντιμετώπιση του υγειούς σώματος ως του λειτουργικού και παραγωγικού, αυτού δηλαδή που είναι ικανό να εργαστεί, έχει δημιουργήσει συγκεκριμένες αντιλήψεις γύρω από τα γηρατεία, τις χρόνιες ασθένειες και την αναπηρία. Οι αντιλήψεις αυτές μεταφράζονται σε μια σειρά από ιατρικές και παρα-ιατρικές πράξεις, αποκομμένες από το κοινωνικό πλαίσιο που εξελίσσονται, με στόχο τη «θεραπεία» του ατόμου δηλαδή την επαναφορά του στην συνθήκη του ικανού προς εργασία σώματος. Ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι κατηγοριοποιούνται ως μη κοινωνικά χρήσιμοι που πρέπει να επανέλθουν σε μια κατάσταση νεότητας μέσω της επιστήμης της ιατρικής. Αυτή η ιατρικοποίηση (και) της φροντίδας έχει ως αποτέλεσμα να εστιάζουμε περισσότερο σε ιατρικά θέματα και λιγότερο σε κοινωνικά, διαπροσωπικά, ψυχολογικά. Είναι η στιγμή που ζητήματα που αφορούν την καθημερινότητα μας αποτελούν περισσότερο προεκτάσεις ιατρικών πράξεων παρά άλλων επιλογών.

Ταυτόχρονα, η μεταφορά της φροντίδας στην οικογένεια και εν γένει στο σπίτι χωρίς την παρέμβαση εξειδικευμένου προσωπικού, οδηγεί στη μετακύλιση ενός μέρους των ιατρικών και νοσοκομειακών υπηρεσιών στο σπίτι. Είτε αυτές παρέχονται από τα μέλη της οικογένειας είτε από ανειδίκευτες μετανάστριες, μια σειρά ιατρικού και νοσηλευτικού τύπου πράξεων όχι μόνο αυξάνει την ποσότητα εργασίας αλλά και την επικινδυνότητα. Ως συνέπεια αυτής της μεταφοράς, όπως περιγράφει η Nona Glazer, το σπίτι έχει μετατραπεί σε ένα ιατρικό εργαστήρι, όπου εκτελούνται αιμοκαθάρσεις και οι νοικοκυρές και οι βοηθοί πρέπει να μάθουν να βάζουν σύριγγές, να φροντίζουν τραύματα και κατακλίσεις ενώ μια ολόκληρη νέα γκάμα ιατρικού εξοπλισμού έχει κατασκευαστεί για οικιακή χρήση (Glazer, Nona.1993).

Τελικά αυτή η παράλληλη διαδικασία ιατρικοποίησης της φροντίδας και μεταφοράς αυτών των υπηρεσιών στο σπίτι, δημιουργεί μια διαρκή πίεση νοσοκομειακού φόρτου σε αυτούς που έχουν αναλάβει να φροντίζουν, που έρχεται να συνδυαστεί με άλλες συνθήκες επισφάλειας (οικονομικές, κοινωνικές κ.α.)

Η  αυτονομία του ατόμου, η αδυναμία και η αλλαγή

Η σημασία που δίνουμε σήμερα στην αυτονομία του ατόμου, συνδέεται περισσότερο με τον ατομισμό και την επιδίωξη ατομικών λύσεων για συλλογικά προβλήματα παρά με δυνατότητα του ατόμου να παίρνει αυτόνομα αποφάσεις για τη ζωή του. Και όταν συζητάμε την έννοια της απώλειας της αυτονομίας του ατόμου, θα πρέπει να διευκρινίσουμε το πλαίσιο που αυτή γίνεται.  Το πολιτισμικό πλαίσιο που συνοδεύει την έννοια της γήρανσης και της αναπηρίας, τις προβληματικοποιεί ως ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν και να εξαλειφθούν. Όπως αναδεικνύουν οι  Joyce and Mamo  στο "Graying the Cyborgs" (2007),  τα γηρατειά  γίνονται σχεδόν μια αμαρτία, μια δυσχέρεια στην οποία βάζουμε τους εαυτούς μας, αδυνατώντας να εκμεταλλευτούμε τα τελευταία ανανεωτικά προϊόντα και την κατάλληλη ιατρική τεχνολογία. ‘Η όπως αναφέρεται και στην εισήγηση της εκδήλωσης  «η σημερινή σχέση μεταξύ μισθωτής εργασίας, αξίας και κοινωνικής χρησιμότητας, έχει φέρει τους ηλικιωμένους σε μια θέση αχρηστίας από την οποία πρέπει να «γιατρευτούν» σαν να μπορούν να αποφύγουν την φθορά.» Οι ηλικιωμένοι, στη καπιταλιστική κοινωνία θεωρούνται ως μη παραγωγικοί σε αντίθεση με άλλα ιστορικο-κοινωνικά πλαίσια που θεωρούνται πολύτιμοι, όπως έχουν υπάρξει σε διάφορες προ-καπιταλιστικές κοινωνίες ως φορείς της συλλογικής μνήμης και εμπειρίας.  Η εμπορευματοποίηση πολλών πτυχών της καθημερινότητας μας έχει θέσει ένα αξιακό σύστημα όπου αδυνατούμε να βρούμε ρόλους εκτός αυτού.

Προσπαθούμε λοιπόν να παραμένουμε υγιείς, αρτιμελείς, νέοι γιατί αυτός είναι ο ατομικός στόχος του καθενός στη σημερινή κοινωνία και στις σχέσεις που την διέπουν, και όλα τα υπόλοιπα είναι μια συμφορά, μια αδυναμία που αυτομάτως μας πετάει από το ατομικό κυνήγι της επιτυχίας στην ανάγκη των άλλων. Αυτή η αδυναμία, η απώλεια της «πληρότητας» όπως βιώνεται συνήθως το ότι χάνουμε κάποιο κομμάτι ελέγχου της καθημερινότητας μας, συνήθως οδηγεί στην περιθωριοποίηση ενώ συχνά καταλήγει και σε οικονομική δυσχέρεια. Η αλλαγή που βιώνουμε στον τρόπο που ζούμε και κινούμαστε, ταυτίζεται με την καταστροφή γιατί το κομμάτι που νιώθουμε ότι χάνουμε θα πρέπει να το συμπληρώσουμε μέσω κάποιου άλλου ανθρώπου. Αυτό είναι που βιώνουμε ως αδυναμία, την εξάρτηση μας από τον άλλο.  Έχουμε τόσο ενσταλάξει μέσα μας την αξία του ατομικού σε κοινωνικό επίπεδο που είναι δύσκολο να φανταστούμε τους εαυτούς μας, φροντιστές ή φροντιζόμενους, σε ένα διαφορετικό πλαίσιο συνύπαρξης. Όσο δεν το κάνουμε τόσο αυτή η σχέση γίνεται δυσβάσταχτη και για τους δυο.

Όσο το κοινωνικό πλαίσιο γύρω μας δεν στηρίζει αυτή την αλλαγή, τόσο πιο δύσκολη θα είναι για μας η μετάβαση. Η διπλή υποτίμηση της φροντίδας, κοινωνική και πολιτισμική κατά τη Φεντερίτσι, αναδεικνύει το πως δημιουργείται αυτός ο φαύλος κύκλος περιθωριοποίησης.  Όπως αναφέρει κάποιος στην εκδήλωση «πολλές φορές λείπει ένα πράγμα που μπορούμε να το πούμε ανακούφιση, όχι μετάθεση της ευθύνης αλλά το πως ένας άνθρωπος μπορεί να βοηθηθεί, να ανοίξει αυτή η σχέση να γίνει πιο κοινοτική».  Απέναντι σε αυτή την διπλή υποτίμηση η Φεντερίτσι αναφέρει παραδείγματα στην Ιταλίας και στις ΗΠΑ, στην κατεύθυνση αφενός της αποφυγής της ιδρυματοποίησης αφετέρου της κοινωνικοποίησης της εμπειρίας της ασθένειας, του πόνου, του πένθους και την φροντίδα που εμπεριέχεται σε αυτές τις διαδικασίες.  Η δυνατότητα μας να φανταστούμε και να υλοποιήσουμε μια φροντίδα που θα εμπεριέχει την κοινότητα και θα απαντάει στον εγκλωβισμό και την απομόνωση που βιώνουν φροντιστές και φροντιζόμενοι, καθίσταται ζωτική για τη σχέση μας με αυτή την κοινότητα. Είτε αυτό είναι μια κοινότητα αγωνιστών είτε μια κοινότητα γειτονιάς.

Στο κλείσιμο της εκδήλωσης για τη φροντίδα στο ΠΙΚΠΑ αναφέρθηκε ότι σε παλαιότερες κοινωνίες αντιμετώπιζαν αυτό το θέμα με το μοντέλο της διευρυμένης οικογένειας και της ανοιχτής γειτονιάς. Μία γειτονιά που ήταν ένας ζωντανός οργανισμός με τα θετικά και τα αρνητικά του. Προκύπτει λοιπόν ο προβληματισμός για το πώς θα μπορούσε στην εποχή της ιδιώτευσης να αντιμετωπιστεί αυτό το ζήτημα. Η απάντηση που δόθηκε από πολλά στόματα ήταν ότι όπως συμβαίνει σε άλλες ζόρικες καταστάσεις -οικονομικής δυσχέρειας, ανάγκης εύρεσης χρημάτων για κάποια επέμβαση ή διαχείρισης πένθους- έτσι και στην ανάγκη φροντίδας η κοινοτική συνείδηση και η αλληλεγγύη είναι αυτά που θα μπορούσαν να ελαφρύνουν το δυσβάσταχτο φορτίο. Ένα φορτίο που καλείται να υπομείνουν κάποιοι άνθρωποι μέσα στους τέσσερις τοίχους της οικίας τους. Όσο οι κρατικές πολιτικές μιλάνε με όρους αξίας και απαξίωσης των ηλικιωμένων, τόσο οι ανθρώπινες κοινότητες χρειάζεται να παίρνουν συνολικά τις ζωές τους στα χέρια όλων των μελών τους, αντιμετωπίζοντας ανάγκες και δημιουργώντας (πολιτικό) πολιτισμό.          

petralona-by-day_i.jpg
bottom of page